Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

Ανατέθηκαν τα συμβόλαια για κατασκευή του αγωγού ΤΑΡ σε Ελλάδα και Αλβανία. Εντός του έτους ξεκινούν οι εργασίες (in.gr 5-3-2016)

 
 (Φωτογραφία: Reuters )

Αθήνα
Η κοινοπραξία της ιταλικής Bonatti με την J&P AVAX και η γαλλική SPIECAPAG κέρδισαν τον διαγωνισμό για την κατασκευή του χερσαίου τμήματος του αγωγού ΤΑΡ, όπως ανακοινώθηκε σήμερα, Παρασκευή.

Πρόκειται για τη μεγαλύτερη εργολαβία του έργου, η οποία αφορά την κατασκευή αγωγού μήκους 760 χιλιομέτρων (από τα ελληνοτουρκικά σύνορα μέχρι τις ακτές της Αλβανίας) και «έσπασε» σε 5 κομμάτια, τρία στην Ελλάδα και δύο στην Αλβανία.

Η κοινοπραξία Bonatti-AVAX αναλαμβάνει το τμήμα από την Καβάλα μέχρι τα ελληνοαλβανικά σύνορα (Ιεροπηγή), μήκους 360 χιλιομέτρων, ενώ η SPIECAPAG θα κατασκευάσει τα 185 χιλιόμετρα του αγωγού από τους Κήπους μέχρι την Καβάλα καθώς και τα δύο τμήματα στην Αλβανία (συνολικά 215 χλμ.) μεταξύ των σημείων Bilisht και Topoje.

Η ίδια εταιρεία θα αναλάβει και την διάβαση στον ποταμό Έβρο, όπου ο ΤΑΡ θα διασυνδεθεί με τον αγωγό ΤΑΝΑΡ που ξεκινά από το Αζερμπαϊτζάν και καταλήγει στα ελληνοτουρκικά σύνορα.

Ο αγωγός θα έχει διάμετρο 48 ίντσες (1,2 μέτρα) και μεταφορική ικανότητα 10 δισ. κυβικών μέτρων αερίου ετησίως, σε πρώτη φάση.

Οι κατασκευαστικές εργασίες αναμένεται να ξεκινήσουν στα μέσα του 2016 ενώ συγκεκριμένες εργασίες θα ανατεθούν σε υπεργολάβους.

Ο διευθύνων σύμβουλος του ΤΑΡ, Ian Bradshaw, συνεχάρη με δηλώσεις του τις εταιρείες που κέρδισαν τα συμβόλαια. Η κοινοπραξία του αγωγού έχει ήδη αναθέσει τα συμβόλαια για την κατασκευή των σωλήνων, συμπιεστών και βαλβίδων του αγωγού καθώς και οδικών έργων στην Αλβανία.

Χθες, υπενθυμίζεται, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε την Συμφωνία Φιλοξενούσας Χώρας που υπεγράφη το 2013 μεταξύ της κοινοπραξίας του αγωγού και των υπουργείων Οικονομικών και Ενέργειας, κρίνοντας ότι είναι συμβατή με τους κανόνες της εσωτερικής αγοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.




Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

Εξομάλυνση της αγοράς πετρελαίου το 2017 βλέπει ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας


(Φωτογραφία: Associated Press )

Παρίσι, Γαλλία
Η ισορροπία στην αγορά πετρελαίου θα αρχίσει να αποκαθίσταται το 2017 χάρη στη μείωση της αμερικανικής παραγωγής, αλλά αυτή η πτώση θα αποδειχθεί βραχύβια, καθώς η βελτίωση σε επίπεδο αποδοτικότητας θα οδηγήσει την αμερικανική παραγωγή σε νέα υψηλά επίπεδα έως τις αρχές της επόμενης δεκαετίας, ανέφερε ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας.

«Μόνο το 2017 θα δούμε τελικά την παραγωγή και τη ζήτηση πετρελαίου να ευθυγραμμίζονται, αλλά τα τεράστια αποθέματα που συσσωρεύονται θα λειτουργήσουν μετριαστικά στον ρυθμό ανάκαμψης των τιμών πετρελαίου όταν η αγορά, έχοντας εξομαλυνθεί, αρχίσει να αντλεί από αυτά τα αποθέματα», ανέφερε ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) στις μεσοπρόθεσμες προβλέψεις του.

«Οι συνθήκες στη σημερινή αγορά πετρελαίου δεν υποδηλώνουν ότι οι τιμές μπορούν να ανακάμψουν σημαντικά στο άμεσο μέλλον», πρόσθεσε o IEA.

Κατά την περίοδο 2015-2021, η αμερικανική παραγωγή αναμένεται να ανέλθει στο επίπεδο ρεκόρ των 14,2 εκατ. βαρελιών την ημέρα, ύστερα από μείωσή της φέτος και την επόμενη χρονιά, ανέφερε ο IEA.

Η παραγωγή του αμερικανικού σχιστολιθικού πετρελαίου (LTO) αναμένεται να μειωθεί κατά 600.000 βαρέλια την ημέρα φέτος και περαιτέρω κατά 200.000 βαρέλια την ημέρα το 2017, πριν ανακάμψει σταδιακά.

«Έως το τέλος των προβλέψεών μας το 2021, η συνολική αμερικανική παραγωγή θα έχει αυξηθεί κατά 1,3 εκατ. βαρέλια την ημέρα σε καθαρή βάση συγκριτικά με το 2015», ανέφερε ο ΙΕΑ.

Συνολικά, η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου αναμένεται να αυξηθεί κατά 4,1 εκατ. βαρέλια την ημέρα μεταξύ του 2015 και του 2021, συγκριτικά με αύξηση κατά 11 εκατ. βαρέλια την ημέρα μεταξύ του 2009 και του 2015, ανέφερε η IEA.

Η έκθεση προβλέπει ότι η παραγωγική δυναμικότητα του ΟΠΕΚ θα αυξηθεί κατά 800.000 βαρέλια την ημέρα έως το 2021 καθώς οι χαμηλότερες τιμές πετρελαίου οδηγούν την επανεξέταση των αναπτυξιακών έργων στις αρχές της περιόδου των προβλέψεων.

«Το Ιράν, που τώρα έχει απαλλαχθεί από τις κυρώσεις, εμφανίζεται ως η μεγαλύτερη πηγή ανάπτυξης εντός του ΟΠΕΚ κατά την εξαετή περίοδο προβλέψεων. Η υψηλότερη δυναμικότητα, ωστόσο, δεν θα επιτρέψει στο Ιράν να ανακτήσει τη θέση του ως ο δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός αργού μετά τη Σαουδική Αραβία. Αυτή η θέση διατηρείται από το Ιράκ έως το 2021 παρά τη σημαντική επιβράδυνση στην αύξηση της παραγωγικής του ικανότητας», ανέφερε η IEA.



Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ/Reuters/Γαλλικό

L’Agence internationale de l’énergie met en garde contre le sous-investissement pétrolier (Le Monde.fr, 22.02.2016)

 

Le directeur exécutif de l’Agence internationale de l’énergie (AIE) a prévenu des dangers du sous-investissement pétrolier, lundi 22 février, lors de la conférence IHS CERAWeek qui se tient à Houston (Texas). « Il est confortable pour les consommateurs de se laisser bercer par les stocks importants et les prix bas d’aujourd’hui, a souligné Fatih Birol en ouvrant ce « Davos de l’énergie » organisé, chaque année, dans la capitale américaine du pétrole. Mais ils devraient voir ce qui est écrit sur le mur : la réduction historique des investissements nous prépare à de mauvaises surprises dans un avenir pas si lointain. » 

Après avoir reculé de 24 % en 2015, les capitaux investis (« capex ») dans l’exploration-production d’hydrocarbures devraient encore baisser de 17 % en 2016. Ces deux années de baisse consécutive sont « une première » depuis l’effondrement des prix en 1986, prévient l’agence dépendant de l’Organisation de coopération et de développement économiques (OCDE) dans son rapport sur le marché du pétrole à moyen terme lancé au cours de la conférence de Houston.

Déplétion naturelle des champs « matures »

L’investissement est en partie consacré à maintenir la production dans les champs matures, dont la déplétion est naturelle et rapide (– 6 % par an en moyenne), notamment en mer du Nord ou au Moyen-Orient. Or, au rythme actuel de la progression des capex, seulement 4,1 millions de barils s’ajouteront chaque jour à l’offre globale en 2015-2021 grâce aux Etats-Unis et à l’Iran, contre 11 millions en 2009-2015, calcule l’AIE. Même si la Chine n’a plus la soif d’or noir du début de la décennie, cette offre additionnelle sera insuffisante pour répondre à la demande, ce qui va entraîner une remontée des prix.
Pour l’heure, les puits de pétrole donnent à plein et les réservoirs débordent. Comme les compagnies et les grandes banques, l’AIE table donc sur la persistance de prix bas en 2016 en raison d’une offre toujours excédentaire, « à moins d’un événement géopolitique majeur », nuance-t-elle.
« Ce n’est qu’en 2017 que nous observerons enfin un alignement de l’offre et de la demande, mais les stocks énormes accumulés freineront le rythme du redressement des prix. » Avec 3 milliards de barils, ils sont à leur plus haut niveau depuis les années 1930. Et « d’importantes innovations techniques », comme la fracturation hydraulique et les puits horizontaux, permettent d’extraire un brut en grande quantité naguère inexploitable.

Hausse de la consommation

La politique des vannes ouvertes de l’Arabie saoudite, qui a fait plonger les prix, a lourdement pénalisé de petits producteurs américains de pétrole de schiste. Leur production devrait décliner de 600 000 barils par jour (sur 4,5 millions) en 2016 et de 200 000 barils par jour en 2017, avant de se redresser pour atteindre 5 millions d’ici à 2021.

A cet horizon, les Etats-Unis pomperont 14,2 millions de barils, un niveau sans précédent dans leur histoire, avance l’AIE. Ces chiffres doivent être pris avec beaucoup de précaution. Il demeure que si les cours remontent à 50, voire 60 dollars à la fin de la décennie, les shale oil redeviendront rentables. Et les Américains assureront alors les deux tiers du surplus de production des pays non-OPEP.
En 2021, la production quotidienne des pays de l’OPEP devrait s’élever à 36,4 millions de barils, celle des autres producteurs à 59,7 millions. Soit un total de 96,1 millions. Parallèlement, la consommation d’or noir continuera à augmenter pour atteindre 101,6 millions de barils. Il manquera 5 millions de barils à l’appel. C’est dire si l’avertissement de l’AIE sur l’investissement est à prendre en considération.

Jean-Michel Bezat
Journaliste au Monde

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2016

Μελέτη της Deloitte: Σχεδόν το 1/3 των πετρελαϊκών εταιρειών αντιμετωπίζει κίνδυνο χρεοκοπίας (in.gr, 16-2-2016)



Η μελέτη βασίζεται στην εξέταση περισσότερων από 500 εταιρειών εξόρυξης και παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου (Φωτογραφία: Reuters )

Σχεδόν το 1/3 των εταιρειών παραγωγής πετρελαίου αντιμετωπίζουν υψηλό κίνδυνο χρεοκοπίας το 2016, καθώς οι χαμηλές τιμές των πρώτων υλών πιέζουν την πρόσβασή τους σε ρευστότητα και την ικανότητα να μειώσουν το χρέος τους, σύμφωνα με μελέτη της λογιστικής και συμβουλευτικής εταιρείας Deloitte.

Η μελέτη, που βασίζεται στην εξέταση περισσότερων από 500 εισηγμένων σε χρηματιστήρια εταιρειών εξόρυξης και παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου σε όλο τον κόσμο, τονίζει τη βαθιά ανησυχία που διακατέχει τον ενεργειακό τομέα, καθώς οι τιμές του αργού βρίσκονται στα χαμηλότερα επίπεδα εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία, διαβρώνοντας τα περιθώρια κέρδους και εξαναγκάζοντας σε μειώσεις δαπανών και χιλιάδες απολύσεις.

Οι περίπου 175 εταιρείες που κινδυνεύουν με χρεοκοπία έχουν χρέη άνω των 150 δισ. δολαρίων, ενώ οι μειωμένες τιμές έκδοσης μετοχών και πώλησης περιουσιακών στοιχείων τους εμποδίζουν περαιτέρω την ικανότητά τους να αποκτούν ρευστότητα, αναφέρει η Deloitte στην έκθεσή της.

«Οι εταιρείες αναβάλλουν τις αναγκαίες αποφάσεις όσο μπορούν και τώρα βρίσκονται σε κίνδυνο να πεθάνουν», δήλωσε ο William Snyder, επικεφαλής του τμήματος αναδιάρθρωσης επιχειρήσεων της Deloitte, προσθέτοντας: «Η ρευστότητα είναι τα πάντα».

Αν και το 95% των παραγωγών πετρελαίου μπορούν να παράγουν αργό με κόστος μικρότερο από 15 δολάρια το βαρέλι, αυτό μπορεί να μην αρκεί για κάποιες επιχειρήσεις, σύμφωνα με τη Deloitte.

Οι παραγωγοί είναι σε τροχιά να μειώσουν και φέτος τους προϋπολογισμούς τους, αλλά πολλοί δηλώνουν ότι πρέπει να αυξηθούν οι τιμές για να ενισχυθεί η κερδοφορία τους. Ορισμένοι πετρελαιοπαραγωγοί επιλέγουν τη ρευστοποίηση θέσεων αντιστάθμισης κινδύνων για μία γρήγορη ένεση ρευστότητας, κάτι που αποτελεί ριψοκίνδυνο στοίχημα.

Η μελέτη της Deloitte διαπίστωσε ότι οι πάροχοι υπηρεσιών σε περιοχές με πετρελαιοπηγές, που προσφέρουν το προσωπικό και τον αναγκαίο εξοπλισμό για την εξόρυξη αργού, έχουν μικρότερο αριθμό χρεοκοπιών από τους παραγωγούς.

Αυτό πιθανόν οφείλεται στο μεγαλύτερο κόστος κεφαλαίου -και συνεπώς χρέος- για τους παραγωγούς. Από τις 53 αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες, που έκαναν αίτηση χρεοκοπίας το προηγούμενο τρίμηνο, μόνο οι 14 ήταν πάροχοι υπηρεσιών, μία τάση που αναμένεται να συνεχισθεί βραχυπρόθεσμα, σύμφωνα με τη Deloitte.



Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ/Reuters

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

L’Iran recommence à exporter son pétrole vers l’Europe (Le Monde, 15-2-2016)


Total avait été la dernière grande compagnie pétrolière occidentale à cesser toute activité en Iran ; elle sera la première à relancer ses affaires avec la République islamique, où elle avait maintenu une représentation à Téhéran depuis 2012.

Après plus de trois ans d’embargo renforcé – levé après l’accord sur le nucléaire iranien du 14 juillet 2015 –, un tanker devait quitter le terminal de Kharg, dans le golfe Persique, lundi 15 février, pour acheminer sa cargaison de brut vers l’Europe, a annoncé Rokneddin Javadi, le vice-ministre iranien du pétrole. Deux autres suivront, affrétés par le raffineur espagnol Cepsa et par la société Litasco, filiale du pétrolier russe Lukoil.

Lire aussi : Les points-clés de l’accord de Vienne sur le nucléaire iranien

Total a préféré ne pas confirmer l’information. Mais fin janvier, lors de la visite en France du président iranien, Hassan Rohani, le PDG du groupe tricolore, Patrick Pouyanné, s’était entretenu avec lui des perspectives de l’entreprise en Iran.

Cet entretien avait été suivi de la signature d’un accord-cadre pour l’achat de brut destiné aux raffineries françaises et européennes, ainsi que d’une lettre d’intention entre la National Iranian Oil Company (NIOC) et la major française permettant à celle-ci d’accéder à des données techniques pour apprécier le potentiel de développement de champs d’hydrocarbures en Iran.

Lire aussi : La coopération économique franco-iranienne est relancée

Dès la levée des sanctions, mi-janvier – après inspection des sites nucléaires de la République islamique par l’Agence internationale de l’énergie atomique (AIEA) –, l’Iran a tout fait pour reprendre ses exportations au plus vite, en dépit de l’engorgement du marché et d’un prix du baril tombé sous les 30 dollars. Vers l’Asie où le pays continuait à vendre du brut, et surtout vers l’Europe, avec laquelle un embargo empêchait tout acheminement d’hydrocarbures depuis quatre ans.

Lire aussi : L’AIEA donne son accord à la levée progressive et conditionnelle des sanctions contre l’Iran

La production iranienne aurait déjà augmenté de 400 000 barils par jour, et son objectif affiché est de 500 000 barils à court terme pour une production supplémentaire d’1 million d’ici à la fin de l’année. Le pays retrouverait ainsi la production quotidienne qui était la sienne avant le renforcement des sanctions occidentales (soit 3,8 millions de barils).
« Un potentiel considérable »

L’exportation n’a pu commencer qu’une fois la certitude acquise par la NIOC et ses clients que ces cargaisons pétrolières étaient bien assurées. Et que les compagnies d’assurances ne tomberaient pas sous le coût des sanctions américaines. Les Etats-Unis en ont, en effet, maintenu de nombreuses sur les transactions financières avec la République islamique. Washington a autorisé, à la mi-janvier, de telles couvertures pour les transporteurs non-américains, a indiqué The American Club, l’association d’assureurs couvrant les propriétaires de navires.

« L’Iran dispose d’un potentiel considérable », rappelle Olivier Appert, senior advisor à l’Institut français des relations internationales (IFRI) ex-PDG de l’Institut français du pétrole Energies Nouvelles (Ifpen). L’embargo a, selon lui, entraîné une baisse des exportations d’1 million de barils par jour depuis 2011, par ailleurs réduites par l’accroissement de la consommation intérieure (+ 30 % en dix ans). « L’augmentation passera, dans l’immédiat, par la mise sur le marché de stocks existant [estimés à 50 millions de barils], puis par l’augmentation de la production des gisements existants. »
Nombreuses hypothèques

A moyen-long terme, les gisements d’Ahvaz, de Yadaravan et surtout d’Azadegan peuvent permettre à Téhéran de retrouver le niveau de près de 6 millions de barils par jour atteint à la veille de la Révolution islamique de 1979.

Mais il faudra pour cela lever bien des hypothèques, souligne M. Appert : la nature des contrats proposés aux compagnies internationales, jusqu’à présent peu rémunérateurs, la fragilité du système bancaire iranien, le maintien de certaines sanctions américaines, une relative instabilité politique intérieure – le président Rohani étant très contesté par les conservateurs –, et l’incertitude sur une relance toujours possible du programme nucléaire, qui entraînerait un retour des sanctions (mais pas sur les contrats signés).

Lire aussi : Le timide retour des majors du pétrole en Iran

Reste le gaz, dont l’Iran possède les deuxièmes réserves mondiales, juste derrière la Russie. Il sera d’abord utilisé pour la consommation intérieure (ménages, transports, industrie) avant d’être exporté. Le produit de ces ressources, notamment vendues à l’étranger sous forme de gaz naturel liquéfié (GNL), ne viendra pas remplir les caisses de l’Etat islamique avant la prochaine décennie. Car Téhéran a, là aussi, un grand besoin des technologies des spécialistes comme Shell, Total, ENI ou Statoil.
Dumping

Dans la guerre sans merci que se livrent les pays producteurs pour gagner ou conserver des parts de marché, l’Iran a consenti des rabais sur son brut. Un dumping déjà pratiqué par l’Arabie saoudite et la Russie, les deux plus grands exportateurs mondiaux d’or noir.

Son pétrole va s’ajouter aux productions des douze autres membres de l’Organisation des pays exportateurs de pétrole (OPEP) et de la Russie, qui pompent le brut de manière effrénée malgré une surproduction journalière estimée à 2 millions de barils. Les stocks mondiaux ont atteint des niveaux historiquement hauts, et il faudra d’abord les écouler pour rééquilibrer l’offre et la demande – et donc les prix – sur le marché. Un rééquilibrage que les dirigeants des compagnies et les experts pétroliers ne voient pas avant le quatrième trimestre 2016.

Il y a quelques jours, les Emirats arabes unis ont indiqué qu’une baisse de la production de l’OPEP était possible. Cette ouverture d’un pays proche de l’Arabie saoudite, le chef de file du cartel, a entraîné une remontée des prix, qui sont vite retombés. Car peu d’experts croient en une telle décision de l’OPEP – en fait des Saoudiens – ni en une action coordonnée entre le cartel et les autres pays producteurs pour resserrer les vannes. Après leur rebond de vendredi, les cours sont repartis à la baisse, lundi, en Asie.

Lire aussi : Le nouvel ordre pétrolier mondial

Les points-clés de l’accord de Vienne sur le nucléaire iranien (Le Monde, 14-7-2016)

Par Yves-Michel Riols (Vienne, envoyé spécial)

L’Agence internationale de l’énergie atomique a donné son feu vert, samedi 16 janvier, à la levée des sanctions contre Téhéran, six mois après l’accord signé sur le nucléaire iranien. L’institution constate que les régime iranien a tenu les premiers engagements pris dans le cadre de l’accord de Vienne, conclu mardi 14 juillet, dont voici les principaux éléments.
Limiter l’enrichissement d’uranium

L’objectif principal du « P5 + 1 » (Etats-Unis, Russie, Chine, France, Royaume-Uni et Allemagne) est de mettre en place de sévères restrictions pour garantir que le breakout, le temps nécessaire pour produire assez d’uranium enrichi permettant de fabriquer une arme atomique, soit d’au moins un an pendant une durée de dix ans. Cette mesure est destinée à permettre aux Occidentaux de réagir au cas où l’Iran déciderait de se lancer dans une course à la bombe.

Pour atteindre cet objectif, l’accord de Vienne plafonne le nombre de centrifugeuses enrichissant l’uranium, qui doit être porté à 90 % pour une utilisation militaire.

L’Iran ne pourra enrichir l’uranium qu’à 3,67 % pendant quinze ans et sur le seul site de Natanz. Pendant dix ans, le nombre de centrifugeuses passera de 19 000 à 5 060, et seuls les modèles les plus anciens (IR-1) pourront être utilisés. Les centrifugeuses en excès seront stockées sur le site de Natanz sous scellés de l’Agence internationale de l’énergie atomique (AIEA).

Le site souterrain de Fordow sera transformé en centre de physique et de technologie nucléaires. L’Iran ne pourra y mener d’activités relatives à l’enrichissement. Il conservera 1 044 centrifugeuses IR-1 dans cette installation.

Les stocks d’uranium enrichi de l’Iran seront strictement limités. Tout l’uranium enrichi au-delà de 3,67 % devra être expédié hors d’Iran ou dilué, à l’exception de l’uranium contenu dans le combustible du réacteur de recherche de Téhéran. Pendant quinze ans, l’Iran ne pourra pas conserver sur son territoire plus de 300 kilogrammes d’uranium enrichi à moins de 3,67 % sous forme d’UF6 (hexafluorure d’uranium, la forme gazeuse de l’uranium avant enrichissement). L’excédent devra être exporté ou dilué.
Limiter la production de plutonium

Le plutonium est, avec l’uranium, l’autre matière fissile qui peut être utilisée en vue de la fabrication d’une bombe atomique. L’accord de Vienne stipule que le réacteur de la centrale à eau lourde d’Arak sera modifié pour ne pas pouvoir produire du plutonium à vocation militaire.

Cette conversion du réacteur sera menée sous le contrôle du « P5 + 1 » et de l’AIEA. Le combustible usé sera transféré hors d’Iran, et Téhéran s’engage à ne pas développer d’autres réacteurs à eau lourde pendant quinze ans et à transférer hors du pays le combustible usé de tous ses futurs réacteurs.
Renforcer les inspections

C’était l’un des points les plus délicats de la négociation. Un régime renforcé d’inspections sera appliqué pendant toute la durée de l’accord, et même au-delà pour certaines activités. L’AIEA pourra ainsi vérifier pendant vingt ans le parc de centrifugeuses et pendant vingt-cinq ans la production de concentré d’uranium (« yellow cake »).

L’Iran s’engage à mettre en œuvre, puis à ratifier, le Protocole additionnel (PA) de l’AIEA qui permet des inspections intrusives. Il s’engage aussi à appliquer le code modifié 3.1 de l’AIEA, qui l’oblige à déclarer toute installation dans laquelle est utilisé de l’uranium, six mois au minimum avant le début de son fonctionnement. Selon le texte de Vienne, le PA permet notamment aux inspecteurs de l’AIEA d’accéder aux sites militaires, « si nécessaire et sous certaines conditions », au terme d’une procédure « de dialogue entre le “P5 + 1” et l’Iran ». Par ailleurs, Téhéran autorisera une enquête sur son programme nucléaire passé.
Lever les sanctions

L’objectif majeur des Iraniens était d’obtenir la levée des multiples sanctions (de l’Organisation des Nations unies, des Etats-Unis et de l’Europe) qui freinent le développement du pays. Les sanctions adoptées par l’UE et les Etats-Unis visant les secteurs de la finance, de l’énergie et du transport iraniens seront levées dès la mise en œuvre par l’Iran de ses engagements, attestée par un rapport de l’AIEA. Cela devrait être fait au début de 2016.

La même procédure sera suivie pour lever les six résolutions adoptées par le Conseil de sécurité des Nations unies contre l’Iran depuis 2006. En revanche, les mesures liées à la lutte contre la non-prolifération nucléaire contenues dans ces résolutions (interdiction d’importation de certains matériaux, etc.) seront maintenues pendant dix ans ou jusqu’à ce que l’AIEA ait attesté du caractère exclusivement pacifique du programme nucléaire iranien.

En cas de violation par l’Iran de ses obligations, les sanctions pourront être réintroduites par un mécanisme dit de « snap back ». Celui-ci restera en vigueur pendant dix ans, mais les cinq membres permanents du Conseil de sécurité se sont engagés par écrit à le prolonger pour une durée de cinq ans.
Maintenir l’embargo sur les armes

Les sanctions relatives aux missiles balistiques et aux importations d’armes offensives sont maintenues. Le transfert de matériels sensibles pouvant contribuer au programme balistique iranien sera interdit pendant huit ans, sauf autorisation explicite du Conseil de sécurité de l’ONU. Idem pour la vente ou le transfert de certaines armes lourdes de et vers l’Iran, qui resteront interdits pendant cinq ans.

Le Conseil de sécurité de l’ONU pourrait examiner une résolution destinée à valider cet accord dès la semaine prochaine, a fait savoir mardi un responsable américain.

Lire aussi : Accord historique sur le nucléaire iranien

Yves-Michel Riols (Vienne, envoyé spécial)
Journaliste au Monde

Σ. Αραβία και Ρωσία συμφώνησαν σε πάγωμα της παραγωγής πετρελαίου (Καθημερινή, 16-2-2016)


ΑΠΕ - ΜΠΕ, REUTERS



Η Σαουδική Αραβία και η Ρωσία, οι δύο μεγαλύτερο παραγωγοί αργού πετρελαίου στον κόσμο, συμφώνησαν σε πάγωμα της παραγωγής στα επίπεδα του Ιανουαρίου.

Η απόφαση ελήφθη κατά την διάρκεια συνομιλιών στο Κατάρ, στις οποίες μετείχαν οι υπουργοί πετρελαίου της Ρωσίας, της Σαουδικής Αραβίας, του Κατάρ και της Βενεζουέλας. Οι δύο τελευταίοι συμφώνησαν να συμμετέχουν στο πάγωμα κι όπως δήλωσε ο υπουργός της Σαουδικής Αραβίας, Άλι αλ-Ναΐμι, η συμφωνία εξαρτάται και από τους άλλους παραγωγούς, με το Ιράν να απουσιάζει από τη συνάντηση και να σχεδιάζει να αυξήσει την προσφορά του αργού.

Οι υπουργοί βρέθηκαν στην Ντόχα του Κατάρ για μια συνάντηση που δεν είχε γίνει γνωστή – με τις συζητήσεις να διεξάγονται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων μηνών – σχετικά με την ανάληψη κοινής δράσης προκειμένου να βοηθήσουν τις τιμές να ανακάμψουν από τα χαμηλότερα επίπεδα της τελευταίας τουλάχιστον δεκαετίας.

Ο υπουργός της Σαουδικής Αραβίας Άλι αλ-Ναΐμι είπε ότι το πάγωμα της παραγωγής στα επίπεδα του Ιανουαρίου ήταν επαρκές μέτρο και ότι θα μπορούσαν να εξετασθούν νέα μέτρα για τη σταθεροποίηση της αγοράς τους επόμενους μήνες. Πρόσθεσε ότι ελπίζει πως και άλλοι παραγωγοί θα υιοθετήσουν την πρόταση, ενώ ο υπουργός Πετρελαίου της Βενεζουέλας Εουλόχιο Ντελ Πίνο δήλωσε πως την Τετάρτη θα υπάρξουν νέες συνομιλίες με το Ιράν και το Ιράκ.

Οι τιμές του πετρελαίου ανήλθαν νωρίτερα στα 35,55 δολάρια το βαρέλι, αλλά στη συνέχεια μετρίασαν τα κέρδη τους υποχωρώντας κάτω από τα 34 δολάρια καθώς εξασθένησαν οι προσδοκίες για άμεση συμφωνία.

Το Ιράν έχει δεσμευθεί να αυξήσει σημαντικά την προσφορά του αργού τον επόμενο μήνα καθώς προσπαθεί να ανακτήσει το μερίδιο αγοράς που έχασε μετά από χρόνια διεθνών κυρώσεων, οι οποίες ήρθησαν τον Ιανουάριο.

Η συνάντηση στη Ντόχα έγινε ύστερα από τουλάχιστον 18 μήνες πτώσης των τιμών του πετρελαίου, με την τιμή του αργού να υποχωρεί κάτω από τα 30 δολάρια το βαρέλι για πρώτη φορά εδώ και τουλάχιστον 10 χρόνια.

Εντός του Οργανισμού Πετρελαιοεξαγωγικών Κρατών (ΟΠΕΚ) υπάρχει αυξανόμενη συναίνεση ότι πρέπει να ληφθεί μια απόφαση για το πώς θα ενισχυθούν οι τιμές, δήλωσε την περασμένη εβδομάδα στο Reuters ο Νιγηριανός υπουργός Πετρελαίου Εμάνουελ Ίμπε Κατσίκου.

Βρετανία: Μετριάζει την άνοδό του το μπρεντ μετά τις δηλώσεις


Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης για το πετρέλαιο μπρεντ μετρίαζαν σήμερα τα κέρδη τους μετά τις δηλώσεις του υπουργού Ενέργειας του Κατάρ ότι η χώρα του συμφώνησε να παγώσει την παραγωγή στα επίπεδα του Ιανουαρίου μαζί με τη Σαουδική Αραβία, τη Ρωσία και τη Βενεζουέλα.

Στις 11:07 ώρα Ελλάδας, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης ενισχύονταν κατά 48 σεντς στα 33,87 δολάρια το βαρέλι, έχοντας νωρίτερα ανέλθει από τα 35,55 δολάρια.

Ο υπουργός Ενέργειας του Κατάρ Μοχάμεντ μπιν Σάλεχ αλ-Σάντα είπε ότι η κοινή απόφαση εξαρτάται από το αν θα ακολουθήσουν και άλλοι μεγάλοι παραγωγοί.